Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Η ιστορία του Αρλεκίνου - Παιδική Λέσχη Ανάγνωσης



Την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017, στις έξι το απόγευμα γέμισε από χαρούμενα προσωπάκια ο τρίτος όροφος της Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς.  Τα παιδιά πιστά στο ραντεβού τους,  ήρθαν στη  4η συνάντηση της Παιδικής Λέσχης Ανάγνωσης. Μετά από ασκήσεις για αναθέρμανση των σχέσεων μας 
 διαβάσαμε την  « ιστορία του Αρλεκίνου », μια επίκαιρη ιστορία λόγω των Αποκριών.  Μιλήσαμε για τα έθιμα της Αποκριάς,  για τους μασκαράδες, το καρναβάλι, τα τραγούδια, τους χορούς, τον αετό που ρίχνουμε την Καθαρά Δευτέρα…..

Ζωγράφισαν, έφτιαξαν κολλάζ έναν αρλεκίνο και στη συνέχεια χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και έπαιξαν το  παιχνίδι  με τα μπαλόνια. Το παιχνίδι αυτό παίζεται ως εξής:


Δένει το κάθε παιδί ένα μπαλόνι στη μέση του, το μπαλόνι είναι πίσω του.  Στη συνέχεια, χωρίς να ακουμπάνε τα χέρια τους στα μπαλόνια των άλλων προσπαθεί το κάθε παιδί να σπάσει  το μπαλόνι του άλλου, ακουμπώντας μόνο τα μπαλόνια και πιέζοντας τα. Τα παιδιά είναι γυρισμένα με τις πλάτες τους, δηλαδή παίζουν πλάτη με πλάτη. Στο τέλος  θα παίξουν τα δυο παιδιά, ένα από κάθε ομάδα, που τα μπαλόνια τους δεν έσκασαν. Τελικά θα νικήσει αυτός που το μπαλόνι του δεν έσκασε.  Το παιδί, ο νικητής είναι υποχρεωμένος να κάνει όποιο ζώο του πουν τα παιδιά της ομάδας του.

Τα παιδιά έπαιξαν το πιο παιχνίδι, γέλασαν με την ψυχή τους , αποχαιρετιστήκαμε και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο  «Καλές Απόκριες και καλή αντάμωση σε ένα μήνα». 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΛΕΚΙΝΟΥ

Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόταν στο  παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του. Θυμόταν πώς
ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια.
Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.                               Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.
Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν
την ιδία ! Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει!
Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία
πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο! Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες που πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.
Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία;
Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.
Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι. Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.
Ένας χρόνος πέρασε. Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου...


Η δράση αυτή πραγματοποιήθηκε από τη Νιαβή Βασιλική , Νταλιάνη Γιώτα και Πούλου Διώνη




              

                                                             



                                                                                                                                                        
                                                                                      

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Τρίτος άθλος: ο Ερυμάνθιος Κάπρος (12)

Ο Ερύμανθος είναι ένα βουνό στο νομό Αρκαδίας, στα σύνορα με την Αχαΐα και την Ηλία. Εκεί είχε το χοροστάσι της η θεά Άρτεμης. Εκεί στάλθηκε και ο Ηρακλής, με εντολή του Ευρυσθέα, για να εκτελέσει τον τέταρτο άθλο του. Η Θεά Άρτεμις είχε χαρίσει στον Ερύμανθο ένα τεράστιο αγριόχοιρο. Αυτός από

Περιοχή Λασιώνος

εκεί εξορμούσε σε ολόκληρη την περιοχή της Ψωφίδας και του Λασιώνα στην Πελοπόννησο, όπου τρομοκρατούσε και κατέστρεφε τα σπαρτά των χωρικών, ενώ με τους χαυλιόδοντές του ξέσκιζε όποιο ζώο έβρισκε μπροστά του. Αυτό το ζώο ενοχλούσε και τους Κενταύρους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν όταν κατέβαινε στο δάσος της Φολόης για τροφή και νερό.
Ο Ηρακλής είχε εντολή να φέρει τον κάπρο ζωντανό στο Άργος. Δύσκολο το έργο του γι' αυτό πριν πάει να συναντήσει τον κάπρο πέρασε από το φίλο τον Κένταυρο, το Φόλο, για να πάρει πληροφορίες για το ζώο.Εκείνος τον προσκάλεσε να φάνε μαζί και όταν ο Ηρακλής του ζήτησε να πιει καρσί, ο Φόλος του απεκάλυψε πως αυτός και οι άλλοι Κένταυροι είχαν φυλαγμένο σε ένα πιθάρι μέσα στη γη οίνο που τους είχε χαρίσει ο ίδιος ο Διόνυσος τέσσερις γενιές πριν, με την εντολή να το ανοίξουν μόνο όταν θα ερχόταν ο Ηρακλής και θα ήταν όλοι οι Κένταυροι παρόντες. «Όμως», είπε ο Φόλος, «δεν μπορώ να ανοίξω το πιθάρι τώρα , επειδή οι υπόλοιποι Κένταυροι λείπουν». Κυριευμένος από λαχτάρα ο Ηρακλής να δοκιμάσει το θεϊκό κρασί, επέμενε και παρότρυνε το φίλο του, το Φόλο, να ανοίξει το πιθάρι, μέχρι που στο τέλος τον έπεισε.  Το άνοιξαν και άρχισαν να πίνουν οι δυο τους. Αλλά η μυρωδιά του κρασιού ταξίδεψε και έφτασε ως τους Κενταύρους, που, θυμωμένοι, επέστρεψαν  με άγριες διαθέσεις κι άρχισαν καυγά. Ο Ηρακλής απώθησε πρώτα τον Κένταυρο Άγχιο και τον Άγριο και στη συνέχεια, κατά τη συμπλοκή, σκότωσε αρκετούς άλλους. Κατά λάθος, όμως, ένας βέλος του χτύπησε στο γόνατο τον σοφό, καλό Χείρωνα, που είχε υπάρξει και δάσκαλος του. Το βέλος αυτό ήταν δηλητηριώδες, καθώς το είχε βουτήξει στη χολή της Λερναίας Ύδρας.

Ο Χείρων άρχισε ν υποφέρει φρικτά, αλλά δεν μπορούσε να ελπίζει σε λύτρωση από το μαρτύριό του, ούτε με τον θάνατό του, εφ’ όσον ήταν
 ανοίγουν το κρασί 
αθάνατος. Όταν έμαθε ο Προμηθέας τη δύσκολη  κατάσταση του Χείρωνα ζήτησε από το Δία να ανταλλάξει την αθανασία του Χείρωνα με τη δική του θνητότητα, κι έτσι ο Χείρωνας πέθανες και γλύτωσε από το μαρτύριό του.  
Αλά και ο φίλος του Ηρακλή, ο Φόλος,  κι αυτός πέθανε όταν, θέλοντας να περιεργαστεί τα δηλητηριώδη βέλη του Ηρακλή τρυπήθηκε κατά λάθος από αυτά.Έτσι ο Ηρακλής έχασε δυο καλούς φίλους.

Περίλυπος και μετανιωμένος, συνέχισε τον δρόμο του  μέχρι που έφτασε εκεί στη φωλιά του άγριου κάπρου. Βάλθηκε να του φωνάζει δυνατά για να τον τρομάξει και να τον αναγκάσει να βγει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο κάπρος ξεπετάχτηκε. Αμέσως ο Ηρακλής τον πήρε στο κυνήγι και το οδήγησε      στο φαράγγι της Φολόης, που το είχε φράξει με δίχτυ και αφού το πλησίασε κρυφά και από τα πλάγια, για να μην τον ξεσκίσει με τους χαυλιόδοντές του, το έπιασε και το έδεσε. Πήρε τον κάπρο στους ώμους και τον πήγε στον Ευρυσθέα. Μόλις τον είδε ο Ευρυσθέας από το φόβο του κρύφτηκε σε ένα μεγάλο πιθάρι Ηρακλής σαν ανάθημα έστειλε τα δόντια του κάπρου στο Ναό του Απόλλωνα στην Κύμη.


ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ


1.    Ο Ερυμάνθιος κάπρος είναι ο ορμητικός ποταμός Ερύμανθος που, όταν κατεβάζει και ξεχειλίζει προκαλεί μεγάλες πλημμύρες και καταστροφές στον κάμπο της Ψωφίδας πριν χυθεί στον Αλφειό ποταμό. Αυτός ο χείμαρρος ορμούσε σαν κάπρος στον κάμπο και κατέστρεφε τα πάντα. Ο Ηρακλής φτιάχνοντας υδραυλικά έργα τον έκανε χρήσιμο και αρδεύσιμο. Ακόμη και σήμερα, όταν φυσάει θύελλα το χειμώνα στην περιοχή, οι κάτοικοι λένε ότι "μουγκρίζει ο κάπρος».
Στη θέση των σημερινών Τριποτάμων, στα σύνορα Αχαίας και Ηλείας, θα συναντήσουμε τα λίγα διασωζόμενα λείψανα (όπως τμήματα του αρχαίου πελασγικού τείχους της ακρόπολης) της αρχαίας πελασγικής πόλης Ψωφίδας, η οποία ιδρύθηκε από τον Ερύμανθο.

2.               Τα γεγονότα που προηγούνται πριν τη σύλληψη του ταύρου από τον Ηρακλή  μας μιλούν για την έλλειψη της εγκράτειας, που προκειμένου να ικανοποιήσει τη λαχτάρα του για το εκλεχτό κρασί, παρασύρει το φίλο του να παραβιάσει τη δέσμευση που είχαν όλα τα μέλη της φυλής του με ολέθριες συνέπειες για τους φίλους του, τους οποίους και χάνει.  Ο μύθος θέλει να μας πει ότι, η έλλειψη εγκράτειας και η ικανοποίηση  προσωπικών αναγκών που ξεφεύγουν του μέτρου προκαλούν καταστροφές.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Μυθολογικό Εργαστήρι : 4η συνάντηση 2016-2017


Η πρώτη συνάντηση με τη νέα χρονιά του Παιδικού Μυθολογικού Εργαστηρίου της Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 28 ιανουαρίου 2017. Τα παιδιά αψήφισαν το κρύο και ήρθαν στο προγραμματισμένο ραντεβού τους με χαμόγελο και ενθουσιασμό για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στον κόσμο της Ελληνικής Μυθολογίας και συγκεκριμένα νά ακολουθήσουμε τα χνάρια του  Ηρακλή. Επεξεργαστήκαμε τους πιο κάτω μύθους και τους συμβολισούς τους:
  • Τα όπλα του Ηρακλή 
  • Η Ήρα στέλνει μανία  στον  Ηρακλή και  σκοτώνει τα παιδιά του
  • 1ος άθλος: το λιοντάρι της Νεμέας
  • 2ος άθλος : Η Λερναία Ύδρα
     

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Δεύτερος άθλος: η Λερναία Ύδρα (11)


 Στο Άργος, στο έλος της Λέρνης ζούσε, τα παλιά χρόνια, ένα τέρας, η Λερναία Ύδρα. Πατέρας της ήταν ο Τυφώνας και μητέρα της η Έχιδνα. Είχε εννέα φιδίσια κεφάλια γεμάτο δηλητήριο. Κάθε τόσο έβγαινε από την κρυψώνα της, ρήμαζε τα κοπάδια και σκορπούσε τον τρόμο στους ανθρώπους. Έδωσε εντολή ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή να σκοτώσει το θηρίο. Ο Ηρακλής αφού πήρε το τόξο, τα βέλη, το ρόπαλό του και φόρεσε τη λεοντή του ξεκίνησε για να συναντήσει το θηρίο. Μέρες ολόκληρες περίμενε ο Ηρακλής το θηρίο αλλά αυτό δε φαινόταν πουθενά. Τότε ο Ηρακλής σκέφτηκε να βάλει φωτιά για να εξαναγκάσει το θηρίο να βγει από τη φωλιά του.
Μάζεψε ξύλα, άναψε φωτιά, ύστερα πήρε τα βέλη του από τη φαρέτρα που ήταν στολισμένα στην άκρη με ένα φτερό αετού, τα άναβε και τα έριχνε στις ξερές καλαμιές. Ο τόπος λαμπάδιασε. Ο βάλτος αναταράχτηκε. Το τέρας εμφανίστηκε αγριεμένο και όρμισε στον Ηρακλή. Εκείνος άρπαξε το σπαθί του κι άρχισε να κόβει τα κεφάλια. Ένα έκοβε δυο φύτρωναν. Ο Ηρακλής φώναξε τον Ιόλαο να φέρει αναμμένα ξύλα και τον διέταξε κάθε φορά που αυτός θα έκοβε ένα κεφάλι αυτός θα έκαιγε την πληγή. Το σχέδιο πέτυχε, η Ύδρα δεν έβγαζε πια κεφάλια. Και εκεί που κοντεύανε να ξεμπερδέψουν πετάχτηκε από το βάλτο ένας πελώριος κάβουρας, χύμηξε στον Ηρακλή και του έδωσε μια γερή δαγκωνιά. Ο Ηρακλής του έδωσε μια με το σπαθί του και του τρύπησε το κόκαλο. Πήρε η θεά Ήρα τον κάβουρα, γιατί αυτή τον είχε στείλει, και τον πέταξε στον ουρανό όπου έγινε ο αστερισμός του Καρκίνου.
Τώρα είχε μείνει το τελευταίο κεφάλι της Ύδρας, που έλεγαν πως ήταν αθάνατο. Με μια δυνατή σπαθιά ο Ηρακλής το έκοψε και το έθαψε κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Πριν φύγει, έβγαλε τη χολή της Ύδρας και βούτηξε μέσα στο δηλητήριο τα βέλη του, τα οποία έγιναν θανατηφόρα. 
  

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

 Τα εννέα φαρμακερά κεφάλια της Ύδρας είναι οι εννιά ξεροπόταμοι, οι εννιά χείμαρροι, που ξεσπάνε, το χειμώνα, στον κάμπο της Λέρνης, ο οποίος είναι κλειστός γύρω γύρω από βουνά, με αποτέλεσμα τα νερά τους να κλίνονται και να μην μπορούν να ξεφύγουν στη θάλασσα και να σχηματίζουν λίμνη. Τα νερά αυτά με την ορμή που έχουν παρασύρουν και καταστρέφουν ότι βρεθεί μπροστά τους. Πνίγουν ανθρώπους, ζώα, καταστρέφουν σπίτια και σπαρτά. Μέσα στη λίμνη τα ψοφίμια, που 'χαν παρασυρθεί το χειμώνα απ' τους χείμαρρους, το καλοκαίρι σαπίζουν και η βρόμα τους δηλητηριάζει όλη την περιοχή σκορπώντας την ασθένεια της ελονοσίας αλλά και το θάνατο σε ανθρώπους και ζώα