Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Καλικάντζαροι


Οι Καλικάντζαροι είναι δαιμονικά όντα, που κατά τη λαϊκή αντίληψη, έρχονται στη γη και ενοχλούν κατά τις νύχτες του δωδεκαημέρου τους ανθρώπους, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια.  Όλο το χρόνο, προσπαθούν με τσεκούρι και πριόνια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει μείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και λένε "χάιστε να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του". Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη και τα Θεοφάνεια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο απ' την αρχή.
Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι βγαίνουν πάνω στη γη από σπηλιές, ρωγμές και τρύπες του εδάφους, πηγάδια ακόμα και μυρμηγκοφωλιές, γιατί μερικοί από αυτούς είναι πιο μικροί και από τα μυρμήγκια.  Συνήθη μέρη που μένουν μετά τον ερχομό τους είναι οι μύλοι, τα γεφύρια, τα ποτάμια και τα τρίστρατα (μεγάλα μονοπάτια) όπου παραμονεύουν μόνο κατά τη νύκτα και φεύγουν με το τρίτο λάλημα του πετεινού.
Είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα, όπως «Καλικάντζαροι» (Πανελλαδική κοινή ονομασία), «καρκάντζαλοι», «καρκάντζαροι», «καλκατζόνια», «καλκάνια», «σκαλικαντζέρια», «σκαντζάρια», «τζόγιες», «καλοκυράδες», «βερβελούδες», «κωλοβελόνηδες» κ.ά.
 Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές. Είναι σαν άνθρωποι, όμως μαύροι και άσκημοι και πολύ ψηλοί και φορούν σιδεροπάπουτσα. Άλλοι τους φαντάζονται με κόκκινα μάτια, μαλλιαρούς, με πόδια τράγου και με χέρια μαϊμούς, μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι. Άλλοι τους φαντάζονται πολύ κοντούς , στραβούς, με ένα πόδι ή με ένα χέρι, ένα μάτι,  και πολύ κουτούς,  ή ρακένδυτους με σκούφο από γουρουνότριχες.  
Η τροφή τους κυρίως είναι σκουλήκια, βάτραχοι, φίδια, ποντίκια κ.ά. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποστρέφονται τα γιορταστικά φαγητά του Δωδεκαήμερου Όταν οι νοικοκυρές έψηναν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι, οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στην καπνοδόχο και άπλωναν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούσαν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο ήθελαν) και ζητούσαν ή βουτούσαν ότι υπήρχε στο τηγάνι ή στη θράκα..
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ότι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Κυκλοφορούν τη νύχτα στους δρόμους, αναβαίνουν στη πλάτη των ανθρώπων, τους εμποδίζουν να γυρίσουν στα σπίτια τους και χορεύουν γύρω τους.
Μπαίνουν από την καπνοδόχο στα σπίτια και κάνουν ζημιές, μαγαρίζουν τα γλυκά, πειράζουν τους ανθρώπους αλλά και αυτοί δεν κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, ανάβουν φωτιές στις πλατείες των χωριών, γιατί τις φοβούνται, κάνουν φασαρία, τραγουδούν, χορεύουν και έτσι τους διώχνουν. Στα σπίτια τους κρατάνε αναμμένο όλο το δωδεκαήμερο το τζάκι και έτσι δεν μπορούν να μπουν από την καπνοδόχο. Συνήθως έβαζαν ένα μεγάλο ξύλο, το χριστόξυλο, που θα έκαιγε όλο το δωδεκαήμερο.  
Επειδή οι καλικάντζαροι είναι πολύ κακοί στα μαθηματικά, ξέρουν να μετράνε μέχρι το δύο, στα χωριά έξω από την πόρτα οι νοικοκυρές κρέμαγαν ένα κόσκινο, όταν έρθουν οι καλικάτζαροι να το δουν, να αρχίσουν να μετράνε τις τρύπες με αποτέλεσμα να καθυστερούν μέχρι να έρθει το πρώτο φως της ημέρας και να αναγκαστούν να φύγουν για να κρυφτούν και να μην μπουν στο σπίτι.
Ένα άλλο φοβερό όπλο είναι το λιβάνι, γι’ αυτό τις ημέρες αυτές λιβανίζουν συχνά τα σπίτι τους και αφήνουν το θυμιατήρι δίπλα στο τζάκι, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να κατέβουν από την καπνοδόχο. Επειδή είναι και πολύ λιχούδηδες και τρώνε γλυκά στα σπίτι που μπαίνουν, πολλοί νοικοκυραίοι βάζουν στα κεραμίδια γλυκά, κομμάτια από χοιρινό ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα για να τα βρουν να τα φάνε και να μην μπουν στο σπίτι.
 Η ολοκληρωτική απαλλαγή από τους καλικατζάρους γίνεται μόνο την ημέρα των Φώτων, με το άγιασμα των υδάτων. Τότε τα δαιμόνια σπεύδουν να εξαφανιστούν γιατί τα κυνηγάει ο παππάς με την αγιαστούρα. Όταν φεύγουν λένε μεταξύ τους:  
«Φεύγετε να φεύγωμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.

Σε πολλές περιοχές πίστευαν ότι οι καλικάτζαροι ήταν οι ψυχές των νεκρών που γύριζαν αυτές τις νύχτες στους δρόμους και έμπαιναν στα σπίτια τους από τις καπνοδόχους, γι’ αυτό και έκαιγαν λιβάνι στη φωτιά για να τις διώξουν.
Ήταν οι κήρες, δηλαδή οι ψυχές των νεκρών που κατοικούσαν στον Άδη, οι οποίες όπως πίστευαν οι αρχαίοι Αθηναίοι τη γιορτή των Ανθεστηρίων, όταν ο Άδης ήταν ανοιχτός, αυτές επέστρεφαν στον απάνω κόσμο με διάφορους τρόπους και ενοχλούσαν τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι περικύκλωναν με κόκκινο νήμα τα ιερά τους, άλειφαν με πίσσα τις πόρτες των σπιτιών και μασούσαν από το πρωί ράμνο ( αγκαθωτός θάμνος) για να εμποδίσουν  την είσοδο των ψυχών στους ναούς, στα σπίτια και στα σώματά τους.
Στα χρόνια του Βυζαντίου οι άνθρωποι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται τις μέρες του δωδεκαημέρου και να ενοχλούν και να φοβίζουν με ποικίλους τρόπους τους ανθρώπους.
Το έθιμο των μεταμφιέσεων συνεχίζεται στη Β.  Ελλάδα – Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία- και στον Πόντο. Οι μεταμφιεσμένοι παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων – λύκου, αρκούδας, τράγου -  ή ντύνονται με μακριές υφαντές κάπες και ψηλές κουκούλες στο κεφάλι από δέρμα κατσίκας. Με αυτές σκεπάζουν το πρόσωπο έχοντας ανοιγμένες τρύπες  στα μάτια  και στο στόμα. Άλλοι έχουν τα πρόσωπά τους πασαλειμμένα με καρβουνόσκονη ή σκεπασμένα με μαύρο πανί. Στη μέση τους έχουν κρεμασμένα κουδούνια και κρατούν με το ένα τους χέρι ξύλινη σπάθα και με το άλλο ένα σακούλι στάχτη.
 Οι ομάδες των μεταμφιεσμένων έχουν διάφορα ονόματα και διαφορετική σημασία. Ρογκατσάρια ή ρογκάτσια λέγονται στη Θεσσαλία και Μακεδονία, μωμόεροι στον Πόντο. Περιφέρονται στους δρόμους, πηγαίνουν στα σπίτια και μαζεύουν δώρα. Οι μεταμφιεσμένοι αφενός μεν παριστάνουν τα κακά πνεύματα του χειμώνα και του σκοταδιού αλλά και τις ψυχές που ήρθαν στον απάνω κόσμο και αφετέρου και τις δυνάμεις εκείνες που θα τις διώξουν στο τέλος του δωδεκαημέρου, την ημέρα των Θεοφανίων.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Ηλιούγεννα, τα Χριστούγεννα των αρχαίων



Τα δυο ΗλιοστάσιαΘερινό και Χειμερινό – και οι  δυο Ισημερίες  -Εαρινή και Φθινοπωρινή – σηματοδοτούν τις εποχές του χρόνου. Η μέρα μετά τη φθινοπωρινή Ισημερία όλο και μικραίνει μέχρι που φτάνουμε στις 21 Δεκεμβρίου, μέρα του Χειμερινού  Ηλιοστασίου, που είναι η μικρότερη όλου του χρόνου και  είναι η αρχή του χειμώνα. Στο διάστημα από 21 – 25 Δεκεμβρίου έχουμε αφενός τη μεγαλύτερη νύχτα και αφετέρου η μέρα έχει την ίδια διάρκεια. Η σελήνη μετά τη νύχτα 21- 22 Δεκεμβρίου για τρεις μέρες φαίνεται και την ημέρα στον ουρανό.  Η μέρα μετά τις 25 Δεκεμβρίου αρχίζει να μεγαλώνει έως ότου εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Εαρινή Ισημερία.

Δίας
Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν το χειμώνα που ο ήλιος χανόταν νωρίς και μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη και πέθαινε ή ανασταινόταν τον Μάρτιο μήνα, στην Εαρινή Ισημερία, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου

Απόλλωνας
Ο Ήλιος λατρεύτηκε από του αρχαίους λαούς σαν Θεός, γι αυτό πολλές θρησκείες είχαν τοποθετήσει σε αυτή την περίοδο, πολύ πριν από την έλευση του Χριστιανισμού, τη γέννηση των θεών τους. Οι αρχαίοι Έλληνες στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν τη γέννηση του Δία, του Διονύσου και του θεού ήλιου, Απόλλωνα, τον οποίο απεικόνιζαν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Λέγεται ότι ο Δίας και ο Διόνυσος γεννήθηκαν σε μια σπηλιά.
Ο Ορφέας αναφέρει ότι κατά τη γέννηση του Διονύσου υπήρχε και ένα άστρο φωτεινό στον ουρανό.
 Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν επίσης τη γέννηση του ήρωα Ηρακλή, ο οποίος σύμφωνα με αρχαίους συγγραφείς. γεννήθηκε την
Ηρακλής
«τριπλή νύχτα» του χειμερινού ηλιοστασίου γι’ αυτό λέγεται και «τρισέλινος» και « τριέσπερος», δηλαδή στις 21 – 22 Δεκέμβριου όταν η σελήνη φαίνεται πολύ καλά και την ημέρα και είναι σαν η νύχτα να έχει διάρκεια τρεις νύχτες. 
Διόνυσσος
Οι Ρωμαίοι από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια, αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί
Βάαλ
στον ελληνικό θεό Κρόνο. Στις 25 Δεκεμβρίουγιόρταζαν τα Μπρουμάλια, μέρα γέννησης του « Αήτητου Ήλιου». 

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι γιόρταζαν τη γέννηση του θεού  ήλιου – Όσιρη Σε κάθε επέτειό της γέννησής του συνήθιζαν να να
Μίθρας
αφήνουν δώρα γύρω από ένα δέντρο. Οι Βαβυλώνιοι και οι Φοίνικες τη γέννηση του θεού ήλιου – Βάαλ. Οι Πέρσες τη γέννηση του
Όσιρις
Αήτητου ήλιου και θεού Μίθρα.

Σύμφωνα με τη Χριστιανική θρησκεία ο Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκέμβρη και ονομάζει το Χριστό «Φως του κόσμου» ή«Ήλιο της Δικαιοσύνη".

Εκτός από τη μέρα γέννησης και πολλές από τις παραδόσεις έχουν τις ρίζες τους σε παλαιότερες θρησκείες Για μας τους Έλληνες συνδέονται κυρίως με την αρχαία ελληνική θρησκεία – ανταλλαγή δώρων, στολισμοί, κάλαντα, Χριστουγεννιάτικο δένδρο κλπ
Πίσω από τα κάλαντα κρύβεται το έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη, που αναφέρεται ήδη από τον Όμηρο. Το Χριστόψωμο και η Βασιλόπιτα είναι ο ιερός άρτος των αρχαίων στην εορτή των « Κρονίων » και αργότερα των ρωμαϊκών « Σατουρναλίων» 


Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Ειρεσιώνη - ο πρόγονος του χριστουγεννιάτικου δέντρου

Η «Ειρεσιώνη» προέρχεται από τη λέξη είρος ( έριον = μαλλί). Ήταν κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και  τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, εκτός του μήλου και του αχλαδιού).  Επίσης κρέμαγαν και μικρά μπουκαλάκια με λάδι, κρασί και μέλι και μεταλλικές μπάλες με τον Ήλιο και τη Σελήνη. Ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του έτους που πέρασε και παράκληση για συνέχιση της γονιμότητας και ευφορίας το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).



Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψίωνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν, περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας τις καλέντες (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά την κρεμούσαν πάνω από την πύλη του ναού του Απόλλωνα αφού έριχναν  στην Ειρεσιώνη   κρασί από έναν τελετουργικό αμφορέα. 


Τα "Πυανέψια" ή "Πυανόψια" ή "Πανόψια" ( γιατί φαίνονταν όλοι οι καρποί).ήταν γιορτή στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν του Απόλλωνα με αναίμακτη θυσία καρπών και φρούτων.


Η ιστορία της γιορτής, σύμφωνα με τη μυθολογία.


Σύμφωνα με την παράδοση, το έθιμο καθιερώθηκε από τον Θησέα, όταν ξεκίνησε για την Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Ύστερα, σταμάτησε στην Δήλο, όπου έκανε
θυσία στον Απόλλωνα, λέγοντας ότι, σε περίπτωση που κερδίσει την μάχη με τον Μινώταυρο, θα του πρόσφερε στολισμένα κλαδιά ελιάς για να τον ευχαριστήσει. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ο Θησέας εκπλήρωσε τη υπόσχεσή του καθιερώνοντας τον θεσμό της "Ειρεσιώνης".



Εκτός από τα κλαδιά της ελιάς, περιέφεραν επίσης και κλαδιά Δάφνης προς τιμήν του Απόλλωνος στα Θαργήλια, εορτή που ετελείτο την Άνοιξη (27 Απριλίου – 26 Μαΐου), όπου πάλι έκαιγαν την παλιά Ειρεσιώνη και κρεμούσαν την νέα έξω από τις πόρτες τους.



Οι πιο κάτω στίχοι είναι ένα απόσπασμα από τα κάλαντα που έλεγαν τα παιδιά στην αρχαία Αθήνα:



Η Ειρεσιώνη φέρνει κάθε τι καλό,

σύκα και αφράτα ψωμάκια που μας τρέφουν

και μέλι γλυκό και λάδι απαλό

και ξέχειλους κύλικες με καλό κρασί

για να μεθύσει και να κοιμηθεί.





Η Ειρεσιώνη ονομαζόταν και  Ικετηρία όταν θέλανε να ικετεύσουν θεό ομαδικώς για την απαλλαγή του τόπου από δεινά, πχ. αρρώστιες,  φυσικές καταστροφές. 
  
Στην αρχαία Αθήνα οι οικοδέσποινες έδιναν γερό φιλοδώρημα στους τραγουδιστές που τους επισκέπτονταν με τους καρπούς της γης, οι οποίοι συμβόλιζαν την αναμενόμενη καλή σοδειά και για τον επόμενο χρόνο. 
Στη γιορτή των Ανθεστηρίων οι Αθηναίοι κυλούσαν πάνω στους τροχούς ένα ομοίωμα καραβιού μεταφέροντας τον θεό Διόνυσσο, τον οποίο τιμούσαν ως θεό βλάστησης. Ο συμβολισμός αυτός φτάνει ως τις μέρες μας, αφού πολλές φορές οι καλλαντιστές, ψάλλοντας τα κάλαντα, κρατούν ένα ομοίωνμα καραβιού. Γι' αυτό τον λόγο κάποιες φορές φωτισμένα καραβάκια θυμίζουν μαζί με τα στολισμένα δέντρα, τον ερχομό των χαρμόσυνων ημερών.  

Τα παιδιά στην αρχαία Αθήνα τραγουδούσαν το πιο κάτω ποίημα:




« Σ’ αρχοντικό εμπήκαμε μεγάλου νοικοκύρη,

με λόγο που ‘χει πέραση και μ’ αγαθά περίσσια…



Ανοίξτε πόρτες διάπλατα να μπουν μεγάλα πλούτη,

μαζί κι η θαλερή χαρά κι η βλογημένη Ειρήνη.



Γιομάτοι να ‘ ναι οι πίθοι σας, πολλά τα ζυμωτά σας,

κι ο κριθαρένιος ο χυμός με το πολύς σουσάμι.



Νύφη για το μαναχογιό να κάτση τραγουδώντας,

στ΄ αμάξι που το σέρνουνε τα δυνατά μουλάρια,

να’ ρθη σ’ αυτό το σπιτικό, να υφάνει τα προικιά της.



Κάθε χρονιά θε να ‘ρχομαι κι εγώ σαν χελιδόνι…



Μα φέρε γρήγορα λοιπόν ό,τι είναι να μας δώσης,

γιατί αλλιώς θα φύγουμε, δε θα ξημερωθούμε».



Αν δεν τους έδιναν τίποτε τότε έλεγαν :



«Αφέντη μου, στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,

άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν, αυγά ,μαζώνουν».


 Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους καταργήθηκε το έθιμο αυτό, όμως κατά τη γιορτή των Χριστουγέννων με διαταγή του έπαρχου της κάθε πόλης αφού  καθάριζαν τους δρόμους έστηναν  στύλους κατά μήκος αυτών και τους στόλιζαν με δενδρολίβανο, κλαδιά μυρτιάς,  και άνθη εποχής. Στα κάλαντα της πρωτοχρονιάς αυτό φαίνεται καθαρά.



Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά

ψιλή μου δενδρολιβανιά…..

Ο στολισμός του δέντρου συναντάται και στους αρχαίους Κρήτες οι οποίοι τιμούσαν τη Μεγάλη Θεά γύρω από το «Ιερό Δέντρο»  το οποίο στόλιζαν με δώρα.



Πρόγονος λοιπόν του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η Ειρεσιώνη, όπου μέσω αυτής μεταδόθηκε το έθιμο του στολισμένου δέντρου στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές, οι οποίοι ελλείψεως ελαιοδέντρων, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που φύτρωναν στον κάθε τόπο.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο εμφανίστηκε στη Γερμανία για πρώτη φορά στο τέλος του 16ου αι. αλλά στις αρχές του 19ου αι. δεν ήταν διαδεδομένο ευρέως, τοποθετούνταν μόνο σε ναούς.Αρχικά το δέντρο γέμιζε με διάφορα χρήσιμα είδη - κυρίως φαγώσιμα και αργότερα ρούχα και άλλα είδη καθημερινής χρήσης, κάτι που γινόταν στους αρχαίους ελληνικούς ναούς, συμβολίζοντας την προσφορά των Θείων δώρων. 

Στη σύγχρονη Ελλάδα το  έθιμο επανήλθε με την μορφή Χριστουγεννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου από τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Όθωνα το 1833, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο.

Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο της Ειρεσιώνης υπήρχε πάντα στην ιστορική μνήμη των Ελλήνων, γι αυτόν τον λόγο μετά το Β΄παγκόσμιο πόλεμο το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες υιοθετήθηκε αμέσως.